ἀκτέα

ἀκτέα, ἀκτῆ
Grammatical information: f.
Meaning: `elder-tree, Sambucus nigra' (Emp.).
Other forms: also ἀκτέος m.
Derivatives: ἄκτινος (Thphr.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: On the suffix Chantr. Form. 92 (ἰτέα, πτελέα). Witczak Linguistica Baltica 1 (1992) 201-211 connects Arm. hac`i `ash' (which he disconnects from ὀξύη, which, in its turn, he finds in Arm. uši and hoši). A loan is Lat. acte (Plin.), OHG atuh, at(t)ah.
Page in Frisk: 1,60-61

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀκτέα — ἀκτέᾱ , ἀκτέα elder tree fem nom/voc/acc dual (epic ionic) ἀκτέον one must lead neut nom/voc/acc pl ἀκτέᾱ , ἀκτέον one must lead fem nom/voc/acc dual ἀκτέᾱ , ἀκτέον one must lead fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἀκτέος one must lead neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακτέα — ἀκτέα και ῆ, η (Α) το φυτό Sambucus nigra (κοινώς αφροξυλιά ή κουφοξυλιά). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἀκτέα είναι άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης η κατάλ. έα τής λ. απαντά και σε άλλα ονόματα φυτών, όπως: ἰτέα, πτελέα. Στον Θεόφραστο απαντά και τ. ἀκτέος.… …   Dictionary of Greek

  • ἀκτέας — ἀκτέᾱς , ἀκτέα elder tree fem acc pl (epic ionic) ἀκτέᾱς , ἀκτέον one must lead fem acc pl ἀκτέᾱς , ἀκτέον one must lead fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκταῖς — ἀκτέα elder tree fem dat pl (attic) ἀκτή headland fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκτῆ — ἀκτέα elder tree fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκτῇσι — ἀκτέα elder tree fem dat pl (epic ionic) ἀκτή headland fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκτῇσιν — ἀκτέα elder tree fem dat pl (epic ionic) ἀκτή headland fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκτέων — ἀκτέα elder tree fem gen pl ἀκτέον one must lead masc/neut gen pl ἀκτέος one must lead masc/fem/neut gen pl ἀκτή headland fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκτᾶς — ἀκτᾶ̱ς , ἀκτάζω banquet on the shore fut ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀκτέα elder tree fem acc pl (attic doric) ἀκτέα elder tree fem gen sg (doric) ἀκτή headland fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακτή — Ζώνη ξηράς, που βρίσκεται στο όριο επαφής μεταξύ στεριάς και υδάτινων, ωκεάνιων ή θαλάσσιων μαζών. Οι α. δεν αποτελούν ένα γραμμικό όριο μεταξύ των δύο στοιχείων, αλλά τη ζώνη της αμοιβαίας επίδρασής τους και κυρίως του νερού πάνω στη στεριά… …   Dictionary of Greek

  • ακταία — (actaea). Επιστημονική ονομασία γένους ποωδών, πολυετών φυτών της οικογένειας των ρανουνκουλιδών, με δύο μόνο είδη, ιθαγενή της Ευρώπης, της Ασίας και της βόρειας Αφρικής. Το πρώτο, η α. η σταχυανθής, φυτρώνει και στα δάση της βόρειας Ελλάδας.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.